καταβλέπω


καταβλέπω
καταβλέπω (Α)
1. βλέπω, προς τα κάτω, ρίχνω το βλέμμα μου προς κάποιον που βρίσκεται κάτω
2. κοιτάζω
3. επιγρ. μτφ. περιφρονώ, απαξιώ
4. βλέπω κάτι με προσοχή, εξετάζω.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • καταβλέπει — καταβλέπω look down at pres ind mp 2nd sg καταβλέπω look down at pres ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβλέποντα — καταβλέπω look down at pres part act neut nom/voc/acc pl καταβλέπω look down at pres part act masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβλέποντι — καταβλέπω look down at pres part act masc/neut dat sg καταβλέπω look down at pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβλέψαι — καταβλέπω look down at aor inf act καταβλέψαῑ , καταβλέπω look down at aor opt act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κατέβλεπον — καταβλέπω look down at imperf ind act 3rd pl καταβλέπω look down at imperf ind act 1st sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβλέπειν — καταβλέπω look down at pres inf act (attic epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβλέπεις — καταβλέπω look down at pres ind act 2nd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβλέπεσθαι — καταβλέπω look down at pres inf mp …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβλέποντας — καταβλέπω look down at pres part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καταβλέπων — καταβλέπω look down at pres part act masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)